στο λεξικό PONS
απώλεια [aˈpɔlia] SUBST θηλ ΗΛΕΚ
- απώλεια
- Verlust αρσ
- απώλεια βάρους
- Gewichtsabnahme θηλ
- απώλεια βάρους
- Gewichtsverlust αρσ
- απώλεια ενέργειας
- Energieverlust αρσ
- απώλεια ηλεκτρολυτών
- Elektrolytverlust αρσ
- απώλεια θερμότητας
- Wärmeverlust αρσ
- απώλεια κεφαλαίου
- Kapitalverlust αρσ
- απώλεια μισθού
- Verdienstausfall αρσ
- απώλεια μνήμης
- Gedächtnisverlust αρσ
- απώλεια πληθυσμού
- Bevölkerungsverlust αρσ
- απώλεια συγκομιδής
- Missernte θηλ
- απώλεια τόκων
- Zinsverlust αρσ
- απώλεια υγρών
- Flüssigkeitsverlust αρσ
- απώλεια χρημάτων
- Geldverlust αρσ
- απώλεια χρόνου
- Zeitverlust αρσ
- μικτή απώλεια ΟΙΚΟΝ
- Bruttoverlust αρσ
- συνολική απώλεια
- Gesamtverlust αρσ
- γωνεία θηλ απώλειας ΗΛΕΚ
- Verlustwinkel αρσ
- παράγοντας αρσ απωλειών ΗΛΕΚ
- Verlustfaktor αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απώλεια θηλ κυριότητας
- Eigentumsverlust αρσ
- απώλεια θηλ μνήμης
- Gedächtnisverlust αρσ
- απώλεια θηλ συγκομιδής
- Missernte θηλ
- απώλεια θηλ χρήσης ΝΟΜ
- Nutzungsausfall αρσ
- απώλεια θηλ βάρους
- Gewichtsverlust αρσ