στο λεξικό PONS
ευθυγραμμί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛfθiɣraˈmizɔ] VERB μεταβ
1. ευθυγραμμίζω (τοποθετώ σε ευθεία γραμμή) ΣΤΡΑΤ:
- ευθυγραμμίζω
- ausrichten
2. ευθυγραμμίζω (δρόμο, ποταμό):
- ευθυγραμμίζω
- begradigen
3. ευθυγραμμίζω (πλαίσιο):
- ευθυγραμμίζω
- richten
4. ευθυγραμμίζω (σανίδα):
- ευθυγραμμίζω
- fluchten
5. ευθυγραμμίζω ΡΑΔΙΟΦ:
- ευθυγραμμίζω
- abgleichen
6. ευθυγραμμίζω (ταυτίζω):
- ευθυγραμμίζω με
- in Übereinstimmung bringen mit
7. ευθυγραμμίζω (προσαρμόζω):
- ευθυγραμμίζω με
- anpassen an +αιτ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.