στο λεξικό PONS
I. συνηθί|ζω <-σα, -σμένος> [siniˈθizɔ] VERB μεταβ
- συνηθίζω κάποιον σε κάτι
- jdn an etw αιτ gewöhnen
- συνηθίζω κάτι (το πιοτό)
- sich δοτ etw zur Gewohnheit machen
II. συνηθί|ζω <-σα, -σμένος> [siniˈθizɔ] VERB αμετάβ
- συνηθίζω σε κάτι
- sich an etw gewöhnen
- συνηθίζω να …
- gewohnt sein zu …
- συνηθίζεται να …
- es ist üblich, zu …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συνηθίζω να …
- gewohnt sein zu …
- συνηθίζω κάτι (το πιοτό)
- sich δοτ etw zur Gewohnheit machen
- συνηθίζω κάποιον σε κάτι
- jdn an etw αιτ gewöhnen
- συνηθίζω σε κάτι
- sich an etw gewöhnen