στο λεξικό PONS
φαγητό [fajiˈtɔ], φαΐ [faˈi] <φαγητά> SUBST ουδ
- φαγητό
- Essen ουδ
- ετοιμάζω το φαγητό
- das Essen zubereiten
- έγινε το φαγητό
- das Essen ist fertig
- μεσημεριανό φαγητό
- Mittagessen ουδ
- βραδινό φαγητό
- Abendessen ουδ
- έτοιμο φαγητό
- Fertigessen ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βραδινό φαγητό
- Abendessen ουδ
- μεσημεριανό φαγητό
- Mittagessen ουδ
- γρήγορο φαγητό (φαστφούντ)
- Fastfood ουδ
- βραδινό (φαγητό)
- Abendessen ουδ
- έτοιμο φαγητό
- Fertigessen ουδ
Αναζήτηση στο λεξικό
- φ
- Φ.Π.Α.
- φα
- φάβα
- φαβισμός
- φαγητό
- φαγί
- φαγκλομεράτης
- φαγκότο
- φαγκρί
- φαγοκυτίνη