στο λεξικό PONS
άμεσ|ος <-η, -ο> [ˈamɛsɔs] ΕΠΊΘ
- άμεσος
- unmittelbar, direkt
- σε άμεση επαφή με κάποιον
- in direktem Kontakt/unmittelbarer Verbindung mit jdm
- υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ …
- es gibt eine direkte Verbindung zwischen …
- ο άμεσος προϊστάμενός του
- sein unmittelbarer Vorgesetzter
- στο άμεσο μέλλον
- in naher Zukunft
- επηρεάζω κάτι άμεσα
- unmittelbaren Einfluss auf etw αιτ ausüben
- απαιτώ μια άμεση απάντηση
- eine unmittelbare Antwort erwarten
- έχω άμεση ανάγκη κάποιου πράγματος
- eine Sache αιτ dringend nötig haben
- (ένα φάρμακο) με άμεση δράση
- (ein Medikament) mit sofortiger Wirkung
- άμεσο αντικείμενο ΓΛΩΣΣ
- direktes Objekt ουδ
- άμεσες εξαγωγές
- Direktausfuhren θηλ πλ
- άμεσοι φόροι
- direkte Steuern θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- άμεσος κίνδυνος
- unmittelbare Gefahr θηλ
- άμεσος αγοραστής (εταιρεία)
- Direktabnehmer αρσ
- ο άμεσος προϊστάμενός του
- sein unmittelbarer Vorgesetzter
- άμεσος/έμμεσος δόλος
- direkter/indirekter Vorsatz αρσ
- άμεσος/έμμεσος φόρος
- direkte/indirekte Steuer θηλ