στο λεξικό PONS
I. κάθομαι <κάθισα [ή έκατσα], καθισμένος> [ˈkaθɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. κάθομαι (παίρνω θέση):
- κάθομαι
- sich setzen
- κάθομαι σε μια καρέκλα
- sich auf einen Stuhl setzen
- κάθισε/κάτσε!
- setz dich!
- δε θέλεις να καθίσεις;
- willst du dich nicht setzen?
- κάθισε/κάτσε ύσηχα!
- sei ruhig!
- τον έχει κάτσε κάτσε σήκω σήκω
- er macht mit ihm, was er will
- κάτσε και γράψ'του ένα γράμμα
- schreib ihm mal einen Brief
2. κάθομαι (βουλιάζω):
- κάθομαι
- absinken
- το έδαφος κάθισε
- der Erdboden ist abgesunken
II. κάθομαι <κάθισα [ή έκατσα], καθισμένος> [ˈkaθɔmɛ] VERB αμετάβ (είμαι καθισμένος)
- κάθομαι
- sitzen
- κάθομαι σε μια καρέκλα
- auf einem Stuhl sitzen
- κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα
- auf glühenden Kohlen sitzen
- κάθομαι σταυροπόδι
- im Schneidersitz sitzen
- κάθομαι ανακούρκουδα
- hocken
- τότε τι κάθεσαι και κάθεσαι; (άλλο τι περιμένεις;)
- was sitzt du dann noch (so) herum?
- καθόταν και κορόιδευε τους άλλους
- er saß (einfach nur) da und machte sich über die anderen lustig
- καθόταν και τον κορόιδευαν
- er saß (einfach nur) da und ließ sich verspotten
- μην κάθεσαι και το πολυσκέφτεσαι
- denk nicht so lange darüber nach
- κάθεται και κλαίγεται όλη μέρα
- er/sie ist den ganzen Tag nur am jammern
- κάτσε φρόνιμα τώρα! (προς παιδί)
- sei jetzt vernünftig!
- για κάτσε καλά!
- sei mal vernünftig!
- θα καθίσω ακόμα δέκα λεπτά (θα μείνω)
- ich bleibe noch zehn Minuten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κάθομαι ανακούρκουδα
- hocken
- κάθομαι σταυροπόδι
- im Schneidersitz sitzen
- κάθομαι στα αναμμένα κάρβουνα
- auf glühenden Kohlen sitzen
- κάθομαι κάποιου στο σβέρκο
- jdm im Nacken sitzen
- κάθομαι σε μια καρέκλα
- sich auf einen Stuhl setzen