στο λεξικό PONS
όρεξ|η <-εις> [ˈɔrɛksi] SUBST θηλ
1. όρεξη (διάθεση):
- όρεξη
- Lust θηλ
- έχω όρεξη για κάτι
- zu etw Lust haben
- έχεις όρεξη να …;
- hast du Lust, zu …?
- έχω όρεξη να κάνω κάτι
- Lust haben, etw zu tun
- χωρίς όρεξη
- lustlos
- περί ορέξεως ουδείς λόγος παροιμ
- über Geschmack lässt sich streiten
2. όρεξη (για φαγητό):
- όρεξη
- Appetit αρσ
- έχω όρεξη για κάτι
- Appetit auf etw αιτ haben
- ανοίγω την όρεξη
- den Appetit anregen
- χαλώ κάποιου την όρεξη
- jdm den Appetit verderben
- χωρίς όρεξη
- appetitlos
- καλή όρεξη!
- guten Appetit!
- μένω με την όρεξη
- (dann) einfach dastehen
- … αλλά μείναμε με την όρεξη
- … aber wir standen dann einfach da
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καλή όρεξη!
- guten Appetit!
- χωρίς όρεξη
- lustlos
- … γιατί δεν είχα όρεξη
- … weil ich keine Lust hatte
- έχω όρεξη για κάτι
- zu etw Lust haben
- έχεις όρεξη να …;
- hast du Lust, zu …?