στο λεξικό PONS
εύκολ|ος <-η, -ο> [ˈɛfkɔlɔs] ΕΠΊΘ
- εύκολος
- leicht, einfach
- δε θα βρεις εύκολα καλύτερο
- du wirst so leicht kein besseres finden
- εύκολη γυναίκα
- leichtes Mädchen ουδ
- εύκολη ζωή
- leichtes Leben ουδ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.