στο λεξικό PONS
πεί|θω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ˈpiθɔ] VERB μεταβ
1. πείθω (κάνω κάποιον να συμφωνήσει):
- πείθω
- überzeugen
- τον πείσαμε ότι …
- wir haben ihn davon überzeugt, dass …
- μας έπεισε για την αθωότητά του
- er hat uns von seiner Unschuld überzeugt
2. πείθω (με οτιδήποτε λόγια, φέρνω βόλτα):
- πείθω
- überreden
πείθω VERB
- πείθομαι
- sich überzeugen