στο λεξικό PONS
αφουγκρά|ζομαι <-στηκα> [afuŋˈgrazɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. αφουγκράζομαι (ακούω με προσοχή, προσπαθώ να ακούσω):
- αφουγκράζομαι
- genau hinhören
2. αφουγκράζομαι (βάζω αφτί):
- αφουγκράζομαι
- lauschen
- αφουγκραζόταν πίσω από την πόρτα
- er lauschte hinter der Tür