στο λεξικό PONS
θά|βω <-ψα, -φτηκα, -μμένος> [ˈθavɔ] VERB μεταβ
1. θάβω (άνθρωπο):
- θάβω
- beerdigen
- αυτή θα μας θάψει όλους οικ
- sie wird uns alle überleben
2. θάβω (θησαυρό):
- θάβω
- vergraben
3. θάβω μτφ οικ (κακολογώ):
- θάβω
- klatschen über +αιτ
- χτές που έλειπε τον θάψανε
- als er gestern fehlte, sind sie über ihn hergezogen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.