στο λεξικό PONS
μαλακά [malaˈka] SUBST ουδ πλ (υπογάστριο)
- μαλακά
- Unterleib αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μαλακά ναρκωτικά
- weiche Drogen θηλ πλ
- πέφτω στα μαλακά
- mit einem blauen Auge davonkommen
- μαλακά/σκληρά ναρκωτικά
- weiche/harte Drogen θηλ πλ