στο λεξικό PONS
- δανείζομαι κάτι από κάποιον
- sich δοτ von/bei jdm etw ausleihen/leihen
- entlehnen
- δανείζομαι
- leihen
- δανείζομαι
- pumpen
- δανείζομαι
- sich ausborgen
- δανείζομαι
- sich ausleihen
- δανείζομαι
- sich borgen
- δανείζομαι
- entleihen
- δανείζομαι
- sich von jdm Geld borgen
- δανείζομαι χρήματα από κάποιον
- jdn anzapfen οικ (Geld leihen)
- δανείζομαι λεφτά από κάποιον
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.