στο λεξικό PONS
I. εξηγ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɛksiˈɣɔ] VERB μεταβ
1. εξηγώ:
- εξηγώ
- erklären
- μου το εξήγησε
- er hat es mir erklärt
- αυτό εξηγεί γιατί δεν ήρθε
- das erklärt, warum er nicht gekommen ist
- δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί … (δεν μπορώ να καταλάβω)
- ich kann mir nicht erklären, warum …
- εσύ πώς εξηγείς το φέρσιμό του;
- wie erklärst du sein Verhalten?
2. εξηγώ (με μερικά παραδείγματα, με σαφή τρόπο):
- εξηγώ
- erläutern
II. εξηγιέμαι o εξηγούμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. εξηγιέμαι o εξηγούμαι (λέω καθαρά τι θέλω):
- εξηγιέμαι o εξηγούμαι
- sich aussprechen
- εξηγήσου
- sprich dich aus
- εξηγούμαι με κάποιον
- sich mit jdm aussprechen
- εξηγηθήκαμε;
- haben wir uns verstanden?
2. εξηγιέμαι o εξηγούμαι (διατυπώνω τις σκέψεις μου):
- εξηγιέμαι o εξηγούμαι
- sich ausdrücken
- ίσως δεν εξηγήθηκα καλά
- vielleicht habe ich mich nicht gut ausgedrückt
- τώρα εξηγούνται όλα!
- jetzt wird alles verständlich!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εξηγώ κάτι με μερικά παραδείγματα
- etw an einigen Beispielen/anhand einiger γεν Beispiele erklären