στο λεξικό PONS
σύμβολο [ˈsiɱvɔlɔ] SUBST ουδ
1. σύμβολο:
- σύμβολο
- Symbol ουδ
- εθνικό σύμβολο
- Nationalsymbol ουδ
- σύμβολο της πίστεως
- Glaubensbekenntnis ουδ
2. σύμβολο Η/Υ (εικονίδιο):
- σύμβολο
- Icon ουδ
- μιμικό σύμβολο
- Emoticon ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εθνικό σύμβολο
- Nationalsymbol ουδ
- μετεωρολογικό σύμβολο
- Wettersymbol ουδ
- μιμικό σύμβολο
- Emoticon ουδ
- σύμβολο ουδ του ριζικού
- Wurzelzeichen ουδ
- χημικό σύμβολο ουδ (στοιχείου)
- chemisches Zeichen ουδ