στο λεξικό PONS
αρπιστής (αρπίστρια) [arpisˈtis, arˈpistria] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
- αρπιστής (αρπίστρια)
- Harfenist(in) αρσ (θηλ)
- αρπιστής (αρπίστρια)
- Harfenspieler(in) αρσ (θηλ)
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.