στο λεξικό PONS
περπατ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [pɛrpaˈtɔ] VERB αμετάβ
1. περπατώ:
- περπατώ
- gehen
2. περπατώ (κάνω περίπατο):
- περπατώ
- spazieren gehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- περπατώ με μεγάλο διασκελισμό
- mit großen Schritten gehen
- (περπατώ) με τα τέσσερα
- auf allen vieren (gehen)
- περπατώ μες στη μαυρίλα
- in der Finsternis gehen
- περπατώ με δεκανίκια
- an Krücken gehen
- περπατώ σαν πάπια
- (wie eine Ente) watscheln