στο λεξικό PONS
I. εξ|άπτω <-ήψα, -άφτηκα, -ημμένος> [ɛˈksaptɔ] VERB μεταβ
1. εξάπτω (πόθο, αγάπη):
- εξάπτω
- entfachen
2. εξάπτω (φαντασία):
- εξάπτω
- anregen
3. εξάπτω (περιέργεια):
- εξάπτω
- erregen, wecken
4. εξάπτω (ενδιαφέρον):
- εξάπτω
- wecken
II. εξάπτομαι VERB αυτοπ ρήμα
- εξάπτομαι
- sich aufregen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.