στο λεξικό PONS
ταλαντ|εύομαι <-τηκα> [talanˈdɛvɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. ταλαντεύομαι (κουνιέμαι ρυθμικά):
- ταλαντεύομαι
- schwingen
2. ταλαντεύομαι (διστάζω):
- ταλαντεύομαι
- schwanken
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.