στο λεξικό PONS
διακριτικ|ός <-ή, -ό> [ðiakritiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. διακριτικός (που χωρίζει):
- διακριτικός
- Unterscheidungs-
2. διακριτικός (χαρακτηριστικός):
- διακριτικός
- charakteristisch
- διακριτικό γνώρισμα
- Merkmal ουδ
- διακριτικό γνώρισμα
- Unterscheidungsmerkmal ουδ
3. διακριτικός (που χρησιμεύει για αναγνώριση):
- διακριτικός
- Erkennungs-
4. διακριτικός (για διακρίσεις):
- διακριτικός
- diskriminierend
- διακριτική μεταχείρηση θηλ ενός πράγματος
- Diskriminierung θηλ einer Sache γεν
- διακριτική μεταχείρηση θηλ των …
- Diskriminierung θηλ der …
5. διακριτικός (στο φέρσιμο, ντύσιμο κτλ):
- διακριτικός
- diskret
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.