στο λεξικό PONS
εχθρός [ɛxˈθrɔs] SUBST αρσ
- εχθρός
- Feind αρσ
- κάνω εχθρούς
- sich δοτ Feinde machen
- άσπονδος εχθρός
- Erzfeind αρσ
- θανάσιμος εχθρός
- Todfeind αρσ
- κύριος εχθρός
- Hauptfeind αρσ
θανάσιμος εχθρός SUBST αρσ
- θανάσιμος εχθρός
- Todfeind αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- άσπονδος εχθρός
- unversöhnlicher Feind αρσ
- κηρυγμένος εχθρός
- erklärter Feind αρσ
- θανάσιμος εχθρός
- Todfeind αρσ
- κύριος εχθρός
- Hauptfeind αρσ
- δεδηλωμένος εχθρός αρσ του καπιταλισμού
- ein erklärter Gegner αρσ des Kapitalismus