στο λεξικό PONS
όπλο [ˈɔplɔ] SUBST ουδ
1. όπλο (μέσο επίθεσης):
- όπλο
- Waffe θηλ
- καταθέτω τα όπλα
- die Waffen niederlegen
- δολοφονικό όπλο
- Mordwaffe θηλ
- εμπρηστικό όπλο
- Brandwaffe θηλ
- πυρηνικό όπλο
- Atomwaffe θηλ
- χημικό όπλο
- chemische Waffe θηλ
- μη θανατηφόρο όπλο
- nicht tödliche Waffe θηλ
- καταστροφή θηλ των όπλων
- Waffenvernichtung θηλ
2. όπλο (τουφέκι):
- όπλο
- Gewehr ουδ
- στα όπλα!
- an die Gewehre!
όπλο SUBST
- όπλα µαζικής καταστροφής ουδ πλ
- Massenvernichtungswaffen θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πυρηνικό όπλο
- Atomwaffe θηλ
- εμπρηστικό όπλο
- Brandwaffe θηλ
- δολοφονικό όπλο
- Mordwaffe θηλ
- αεροβόλο όπλο
- Luftgewehr ουδ
- επαναληπτικό όπλο
- Repetiergewehr ουδ