στο λεξικό PONS
γλυκό [ɣliˈkɔ] SUBST ουδ
1. γλυκό (κουταλιού, καραμέλα, γλειφιτζούρι και όμοια):
- γλυκό
- Süßigkeit θηλ
- του αρέσουν τα γλυκά
- er isst gern Süßes
- γλυκό κουταλιού
- sehr süßes Obstgelee
2. γλυκό (κουραμπιές και όμοια):
- γλυκό
- süßes Gebäck ουδ
3. γλυκό (πάστα):
- γλυκό
- Teilchen ουδ
4. γλυκό (κέικ):
- γλυκό
- Kuchen αρσ
- κουταλάκι ουδ του γλυκού
- Teelöffel αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γλυκό νερό (ποταμού, λίμνης)
- Süßwasser ουδ
- γλυκό κουταλιού
- sehr süßes Obstgelee
- γλυκό αγγούρι (με σχήμα πεπονιού)
- Birnenmelone θηλ
- είναι γλυκό στη γεύση
- es schmeckt süß
- γλυκό με μαρέγκα
- Kuchen αρσ mit Baiserüberzug