στο λεξικό PONS
στοιχ|ειώνω <-ειωσα, -ειώθηκα, -ειωμένος> [stiˈçɔnɔ] VERB αμετάβ
1. στοιχειώνω (αποκτώ στοιχειά):
- στοιχειώνω
- von Gespenstern heimgesucht werden
- αυτό το σπίτι είναι στοιχειωμένο
- in diesem Haus spukt es
2. στοιχειώνω (γίνομαι στοιχειό):
- στοιχειώνω
- ein Gespenst werden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.