στο λεξικό PONS
I. μετρ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [mɛˈtrɔ] VERB μεταβ
1. μετρώ (παίρνω διαστάσεις):
- μετρώ το μήκος/πλάτος/βάθος
- die Länge/Breite/Tiefe messen
- μετρώ ένα δωμάτιο
- ein Zimmer ausmessen
- μετρώ κάτι με το μάτι
- etw nach Augenmaß vermessen
2. μετρώ (εξακριβώνω πλήθος):
- μετρώ
- zählen
- οι μέρες του είναι μετρημένες
- seine Tage sind gezählt
- μετρώ κάτι στα δάχτυλα μτφ
- etw an den Fingern abzählen
- μετρώ κάτι στα δάχτυλα του ενός χεριού
- etw an einer Hand abzählen
- μπορώ να μετρήσω στα δάχτυλα του ενός χεριού τις …
- die … kann ich an einer Hand abzählen
ιδιωτισμοί:
- μετρώ τα λόγια μου (ζυγιάζω)
- seine Worte abwägen
- μετρώ τα λόγια μου (τα περιορίζω)
- seine Worte mäßigen
- μετρημένα τα λόγια σου!
- mäßige deine Worte!
II. μετρ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [mɛˈtrɔ] VERB αμετάβ
1. μετρώ (εκφωνώ τους αριθμούς):
- μετρώ
- zählen
- μετρώ ως το δέκα
- bis zehn zählen
2. μετρώ (έχω σημασία):
- μετρώ
- zählen
- εκείνο που μετράει είναι …
- was zählt, ist …
III. μετριέμαι VERB αυτοπ ρήμα
- μετριέμαι
- sich messen
- μετριέμαι στη δύναμη με κάποιον
- sich mit jdm in der Kraft messen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μετρώ τα λόγια μου (ζυγιάζω)
- seine Worte abwägen
- μετρώ ως το δέκα
- bis zehn zählen
- μετρώ κάτι στα δάχτυλα μτφ
- etw an den Fingern abzählen
- μετρώ ένα δωμάτιο
- ein Zimmer ausmessen
- μετρώ κάτι με το μάτι
- etw nach Augenmaß vermessen