στο λεξικό PONS
πρά(γ)μα [ˈpra(ɣ)ma] SUBST ουδ
1. πρά(γ)μα (κάτι):
- πρά(γ)μα
- Sache θηλ
- το πιο ωραίο πράμα στον κόσμο
- die schönste Sache θηλ der Welt/
- το πιο ωραίο πράμα στον κόσμο
- das Schönste auf der Welt
- δε μου είπε πολλά πράματα
- er hat mir nicht viel gesagt
- τέτοια πράματα δε μου αρέσουν
- solche Sachen gefallen mir nicht/so etwas gefällt mir nicht
- αυτό είναι άλλο πράμα
- das ist etwas anderes
- το ίδιο πράμα είναι
- das ist das Gleiche
- το μόνο πράμα που θέλω από σένα …
- das Einzige, was ich von dir will …
- το κύριο πράμα είναι να …
- die Hauptsache ist zu …
- το καλύτερο/πρώτο πράμα
- das Beste/Erste
- δεν είναι εύκολο πράμα να …
- es ist nicht leicht zu …
- τι πράματα είναι αυτά!
- was sind das für Sachen!
- πώς έχουν τα πράματα;
- wie sieht es/die Sache aus?
- όπως και να 'χουν τα πράματα
- wie dem auch sei
- πρέπει να βλέπεις τα πράματα όπως είναι
- du musst die Dinge sehen, wie sie sind
- είναι μέσα στα πράματα
- er/sie kennt sich aus
2. πρά(γ)μα (αντικείμενο):
- πρά(γ)μα
- Ding ουδ
- πρά(γ)μα
- Sache θηλ
- πάρε τα πράματά σου από δω, με ενοχλούν
- nimm deine Sachen hier weg, sie stören mich
- τι πράμα είναι αυτό;
- was ist das denn (für ein Ding)?
- τσάι είναι αυτό το πράμα!
- soll das (hier) Tee sein!
- τι να το κάνω αυτό το πράμα που μ' έδωσες!
- was soll ich denn damit anfangen!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ακίνητο πράγμα ΝΟΜ
- unbewegliche Sache θηλ
- ασήμαντο πράγμα
- Kleinigkeit θηλ
- πολύ κακό πράγμα πάθαμε
- uns ist etwas sehr Schlimmes passiert
- δεν ξανάκουσα τέτοιο πράγμα
- so etwas habe ich noch nie gehört
- αυτό είναι άλλο πράγμα
- das ist etwas anderes