στο λεξικό PONS
κοπριά [kɔpriˈa] SUBST θηλ
1. κοπριά (περιττώματα):
- κοπριά
- Mist αρσ
2. κοπριά (λίπασμα):
- κοπριά
- Dünger αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- όμοιος στον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα παροιμ
- Gleich und Gleich gesellt sich gern