στο λεξικό PONS
ατύχημα [aˈtiçima] SUBST ουδ
- ατύχημα
- Unfall αρσ
- παθαίνω ένα ατύχημα (σχετικά ελαφρύ)
- einen Unfall haben
- παθαίνω ένα ατύχημα (σοβαρότατο)
- verunglücken
- σκοτώνομαι σ' ένα ατύχημα
- tödlich verunglücken
- αεροπορικό ατύχημα
- Flugzeugunglück ουδ
- αυτοκινητιστικό ατύχημα
- Autounfall αρσ
- επαγγελματικό ατύχημα
- Berufsunfall αρσ
- εργατικό ατύχημα
- Arbeitsunfall αρσ
- θανατηφόρο ατύχημα
- tödlicher Unfall αρσ
- οικιακό ατύχημα
- Hausunfall αρσ
- οικιακό ατύχημα
- Unfall αρσ im Haushalt
- πυρηνικό ατύχημα
- Atomunfall αρσ
- σιδηροδρομικό ατύχημα
- Eisenbahnunglück ουδ
- σιδηροδρομικό ατύχημα
- Zugunglück ουδ
- τροχαίο ατύχημα
- Verkehrsunfall αρσ
- χημικό ατύχημα
- Chemieunfall αρσ
- δήλωση θηλ ατυχήματος
- Unfallmeldung θηλ
- θάλαμος αρσ ατυχημάτων (σε νοσοκομείο)
- Unfallstation θηλ
- θάνατος αρσ από ατύχημα
- Unfalltod αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πυρηνικό ατύχημα
- Atomunfall αρσ
- επαγγελματικό ατύχημα
- Berufsunfall αρσ
- χημικό ατύχημα
- Chemieunfall αρσ
- αεροπορικό ατύχημα
- Flugzeugunglück ουδ
- αυτοκινητιστικό ατύχημα
- Autounfall αρσ