στο λεξικό PONS
έξυπν|ος <-η, -ο> [ˈɛksipnɔs] ΕΠΊΘ
- έξυπνος
- schlau, intelligent
- κάνει τον έξυπνο
- er kommt sich δοτ ganz besonders schlau vor
- έξυπνο κτήριο ΤΕΧΝΟΛ
- intelligentes Gebäude ουδ
- έξυπνο κινητό
- Smart-Phone ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι εξίσου έξυπνος με τον αδερφό του
- er ist genauso schlau wie sein Bruder