στο λεξικό PONS
υπο|θέτω <-θεσα, -τέθηκα> [ipɔˈθɛtɔ] VERB μεταβ
- υποθέτω
- annehmen
- υποθέτω (ότι) το ξέρεις
- ich nehme an, du weißt es
- αν υποθέσουμε ότι …
- wenn wir davon ausgehen, dass …
- ας υποθέσουμε ότι …
- nehmen wir einmal an, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υποθέτω (ότι) το ξέρεις
- ich nehme an, du weißt es