στο λεξικό PONS
δυσκολία [ðiskɔˈlia] SUBST θηλ
- δυσκολία
- Schwierigkeit θηλ
- (δεν) έχω δυσκολίες με κάτι
- (keine) Schwierigkeiten mit etw haben
- … και τώρα έχει δυσκολίες
- … und jetzt hat er/sie Schwierigkeiten
- πέφτω σε δυσκολίες
- auf Schwierigkeiten stoßen
- αρχικές δυσκολίες
- Anfangsschwierigkeiten θηλ πλ
- κύρια δυσκολία
- Hauptschwierigkeit θηλ
- οικονομικές δυσκολίες
- finanzielle Schwierigkeiten θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κύρια δυσκολία
- Hauptschwierigkeit θηλ
- εδώ έγκειται η δυσκολία
- hierin liegt die Schwierigkeit
- αναπνέω βαθιά/με δυσκολία
- tief/mühsam atmen