στο λεξικό PONS
I. φλύαρ|ος <-η, -ο> [ˈfliarɔs] ΕΠΊΘ
- φλύαρος
- geschwätzig
II. φλύαρ|ος <-η, -ο> [ˈfliarɔs] SUBST αρσ/θηλ
- φλύαρος
- Schwätzer(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ας είναι φλύαρος όσο θέλεις, ψεύτης πάντως δεν είναι
- er mag so geschwätzig sein, wie du willst, ein Lügner ist er jedenfalls nicht