στο λεξικό PONS
πρίζα [ˈpriza] SUBST θηλ
- πρίζα
- Steckdose θηλ
- βάζω το ραδιόφωνο στην πρίζα
- den Stecker vom Radio/des Radios in die Steckdose stecken
- βγάζω το ραδιόφωνο από την πρίζα
- den Stecker vom Radio/des Radios herausziehen
- επιτραπέζια πρίζα
- Tischsteckdose θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επιτραπέζια πρίζα
- Tischsteckdose θηλ
- βάζω το ραδιόφωνο στην πρίζα
- den Stecker vom Radio/des Radios in die Steckdose stecken
- βγάζω το ραδιόφωνο από την πρίζα
- den Stecker vom Radio/des Radios herausziehen