στο λεξικό PONS
γυναικεί|ος <-α, -ο> [jinɛˈciɔs] ΕΠΊΘ
1. γυναικείος:
- γυναικείος
- Frauen-, weiblich
2. γυναικείος (ειδικά για ρούχα):
- γυναικείος
- Damen-
- γυναικείο παντελόνι
- Damenhose θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.