στο λεξικό PONS
γερ|ός <-ή, -ό> [jɛˈrɔs] ΕΠΊΘ
1. γερός (γενικά):
- γερός
- stark
- είμαι γερό πιρούνι
- ein guter Esser sein
- είμαι γερό ποτήρι
- ein starker Trinker sein
- έχω γερό μέσον
- gute Beziehungen haben
- γερή μπάζα
- dicker Batzen αρσ
2. γερός (ειδικά γέρος):
- γερός
- rüstig
γέρος [ˈjɛrɔs] SUBST αρσ
- γέρος
- alter Mann αρσ
- γέρος
- Greis αρσ
- άκουε γέρου συμβουλή και παιδεμένου γνώμη παροιμ
- höre auf den Rat der Alten
- οι γέροι μου (στην αργκό νέων: οι γωνείς)
- meine Alten πλ
- ο γέρος μου (πατέρας)
- mein alter Vater αρσ
- ο γέρος πατέρας μου
- mein alter Vater αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ο γέρος πατέρας μου
- mein alter Vater αρσ
- ο γέρος μου (πατέρας)
- mein alter Vater αρσ
- με διπλάρωσε ένας γέρος και …
- ein alter Mann näherte sich mir und …