στο λεξικό PONS
αυτ|ός <-ή, -ό> [afˈtɔs] ΑΝΤΩΝ
1. αυτός (δεικτική αντωνυμία):
- αυτός/αυτή/αυτό
- dieser/diese/dieses
- αυτός ο …/αυτή η …/αυτό το …
- dieser …/diese …/dieses …
- αυτό το βιβλίο
- dieses Buch
- πάρε αυτό
- nimm dieses
- τι είναι αυτό;
- was ist das?
- αυτό είναι …
- das/dies ist …
- αυτό εδώ/εκεί
- das hier/da
- γι' αυτό δεν έχω όρεξη
- darum habe ich keine Lust
- αχ κι αυτός ο ηλίθιος!
- dieser Idiot!
- και τι μ' αυτό;
- na und?
2. αυτός (προσωπική αντωνυμία):
- αυτός/αυτή/αυτό
- er/sie/es
- αυτή και ο αδερφός της
- sie und ihr Bruder
- αυτός είναι!
- er ist es!
- αυτός κι όχι άλλος
- er und sonst niemand
- ποιος ήταν αυτός/ποια ήταν αυτή;
- wer war das?
- αυτός τι γυρεύει τώρα εδώ! (να φύγει)
- was hat der denn jetzt hier zu suchen!
- είναι κι αυτός ένας!
- der ist vielleicht einer!
- αυτός/αυτή εκεί μειωτ
- der/die da
- αυτός και ο αδερφός του! μειωτ
- der und sein Bruder!
- αυτός/αυτή μας έλειπε τώρα!
- der/die hat uns gerade noch gefehlt!
3. αυτός (σε αναφορικές προτάσεις):
- αυτός που λέει την αλήθεια βρίσκει και …
- wer die Wahrheit sagt, findet auch …
- … κι αυτός που ήταν μαζί της
- … und der, der mit ihr zusammen war
- πες μου αυτό που είδες
- sag mir, was du gesehen hast
ιδιωτισμοί:
- ένας και ο αυτός
- ein und derselbe
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αυτός είναι!
- er ist es!
- … αλλά αυτός, πέρα βρέχει
- aber ihn kümmert das nicht im geringsten
- ενώ εμείς … αυτός κρυφοκοίταζε
- während wir …, schaute er heimlich zu
- μα αυτός είναι ανώμαλος!
- der ist ja gestört!
- μυστήριος άνθρωπος κι αυτός!
- das ist vielleicht ein komischer Typ!