στο λεξικό PONS
βά|ζω <-λα, -λθηκα, -λμένος> [ˈvazɔ] VERB μεταβ
1. βάζω (βάζω ώστε να στέκεται):
- βάζω
- stellen
- έβαλε το βάζο πάνω στο τραπέζι
- er hat die Vase auf den Tisch gestellt
- βάλε τα πιάτα/ποτήρια στο τραπέζι
- stell die Teller/Gläser auf den Tisch
- βάλ' το στη γωνία
- stell es in die Ecke
2. βάζω (βάζω ώστε να είναι ξαπλωμένο):
- βάζω
- legen
- έβαλε το βιβλίο πάνω στο τραπέζι
- er hat das Buch auf den Tisch gelegt
3. βάζω (χώνω):
- βάζω
- stecken
- το έβαλε μες στην τσάντα
- er hat es in die Tasche gesteckt
- βάζω τα χέρια μου στις τσέπες
- die Hände in die Taschen stecken
- βάζω τα ρούχα μες στη βαλίτσα
- die Kleider in den Koffer packen
4. βάζω (χύνω):
- μπορείς να βάλεις ακόμα λίγο σ' αυτό το ποτήρι;
- kannst du in dieses Glas noch etwas hineinschütten?
- βάλε ακόμα λίγο γάλα
- schütt noch ein bisschen Milch hinein
5. βάζω (φοράω):
- βάζω
- anziehen
- βάζω ένα παντελόνι/τα παπούτσια
- eine Hose/die Schuhe anziehen
- βάζω τα ρούχα μου
- sich anziehen
- βάζω ένα καπέλο
- einen Hut aufsetzen
ιδιωτισμοί:
- βάζω κάποιον σε σκέψεις
- jdn nachdenklich machen
- βάζω κάποιον να κάνει κάτι (αφού τον έπεισα)
- jdn dazu bringen, etw zu tun
- βάζω κάποιον να κάνει κάτι (του βάζω ένα καθήκον)
- jdm die Aufgabe geben, etw zu tun
- τώρα είναι πενήντα; - πενήντα και βάλε
- ist er jetzt fünfzig? - fünfzig oder auch etwas älter
- ποιος σ' έβαλε να το κάνεις;
- wer hat dir gesagt, dass du das/es tun sollst?
- θα βάλω να μου βάψουν το σπίτι
- ich werde mein Haus streichen lassen
- βάλθηκε να μάθει ρωσικά
- er hat sich daran gemacht, Russisch zu lernen
- είχε βαλθεί να γίνει πιλότος
- er hatte sich in den Kopf gesetzt, Pilot zu werden
- βάζω κάποιον μέσα (στη φυλακή)
- jdn ins Gefängnis stecken
- βάζω ένα καθήκον σε κάποιον
- jdm eine Aufgabe geben
- τα βάζω με κάποιον
- sich mit jdm anlegen
- βάζω σε κάποιον να φάει κάτι
- jdm etwas zu essen geben
- βάζω τα παιδιά στο κρεβάτι
- die Kinder ins Bett bringen
- βάζω τα δυνατά μου
- sein Möglichstes tun
- βάζω τα κλάματα
- zu weinen anfangen
- βάζω το τραπέζι
- den Tisch decken
- βάζω φωτιά σε κάτι
- etw in Brand setzen/stecken
- βάζω κανόνες
- Regeln aufstellen
- βάζω τα χρήματά μου σε μετοχές
- sein Geld in Aktien anlegen
- βάζω νερά (πλοίο)
- lecken
- (δεν) τα βάζω κάτω
- (nicht) aufgeben
- βάζω μπροστά/πίσω το ρολόι μου μια ώρα
- seine Uhr um eine Stunde vorstellen/zurückstellen
- βάζω κατά μέρος
- beiseitelegen
- βάζω στην άκρη
- beiseitelegen
- βάλ' το γρήγορα πίσω (σε παιδί που έπιασε κάτι στα χέρια του)
- leg das mal schön zurück
- βάζω μπρος (γενικά)
- in Gang setzen
- βάζω μπρος (μηχανή)
- anstellen
- βάζω μπρος (μηχανή αυτοκινήτου)
- starten
- έβαλε αέρα
- es ist windig geworden, es ist Wind aufgekommen
- βάζω ό,τι θέλεις ότι δε θα 'ρθει
- ich gehe jede Wette ein, dass er nicht kommt
- ας βάλουμε πως …
- nehmen wir einmal an, …
- το βάζω για …
- sich aufmachen zu …
- το 'βαλε για την αγορά
- er hat sich aufgemacht, zum Markt zu gehen
- για πού το 'βαλες;
- wo gehst du hin?
το βάζω στα πόδια
- το βάζω στα πόδια, το σκάω
- abhauen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βάζω μπρος (γενικά)
- in Gang setzen
- βάζω φερμουάρ μτφ
- den Mund halten
- βάζω αλατοπίπερο μτφ
- übertreiben
- βάζω κανόνες
- Regeln aufstellen
- βάζω νερά (πλοίο)
- lecken