στο λεξικό PONS
κλέ|βω <-ψα, -φτηκα, -μμένος> [ˈklɛvɔ] VERB μεταβ
1. κλέβω (ξένο πράγμα):
- κλέβω
- stehlen
2. κλέβω (τράπεζα, το δημόσιο):
- κλέβω
- bestehlen
3. κλέβω (στα χαρτιά):
- κλέβω
- betrügen
- μην κλέβεις! (σε παιχνίδι)
- nicht schummeln!
4. κλέβω (απάγω):
- κλέβω
- entführen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.