στο λεξικό PONS
αγγί|ζω <-ξα [ή -σα], -χτηκα, -γμένος> [aɲˈɟizɔ] VERB μεταβ
1. αγγίζω (πιάνω μόλις):
- αγγίζω
- berühren
2. αγγίζω μτφ:
- αγγίζω τα όρια +γεν
- an etw αιτ grenzen
- αυτό αγγίζει τα όρια της μαγείας
- das grenzt an Magie
3. αγγίζω (θίγω: θέμα):
- αγγίζω
- ansprechen
4. αγγίζω (πειράζω):
- αγγίζω
- verletzen
- τον άγγιξαν τα λόγια της
- ihre Worte haben ihn verletzt
5. αγγίζω (συγκινώ):
- αγγίζω
- rühren
- αυτό που του είπαν δεν τον άγγιξε καθόλου
- was man ihm sagte, rührte ihn nicht im Geringsten
6. αγγίζω (προκαλώ ενδιαφέρον):
- αγγίζω
- ansprechen
- δε μ' αγγίζει η μουσική του
- seine Musik spricht mich nicht an
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αγγίζω τα όρια +γεν
- an etw αιτ grenzen