στο λεξικό PONS
φαύλ|ος <-η, -ο> [ˈfavlɔs] ΕΠΊΘ
1. φαύλος (ανήθικος):
- φαύλος
- verderbt
2. φαύλος (άθλιος):
- φαύλος
- elend
- φαύλος κύκλος
- Teufelskreis αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φαύλος κύκλος
- Teufelskreis αρσ