στο λεξικό PONS
συνομιλία [sinɔmiˈlia] SUBST θηλ
- συνομιλία
- Gespräch ουδ
- έχω μια συνομιλία με κάποιον
- mit jdm ein Gespräch führen
- συνομιλίες (διαπραγματεύσεις)
- Gespräche ουδ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συνομιλία θηλ κορυφής
- Spitzengespräch ουδ
- έχω μια συνομιλία με κάποιον
- mit jdm ein Gespräch führen