στο λεξικό PONS
επανάληψ|η <-εις> [ɛpaˈnalipsi] SUBST θηλ
- επανάληψη
- Wiederholung θηλ
- πρέπει να κάνω επανάληψη στα μαθηματικά
- ich muss in Mathematik noch einmal alles durchgehen
επανάληψη SUBST
- επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως παροιμ
- Wiederholung ist die Mutter des Lernens
- επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως παροιμ
- Wiederholung ist die Mutter der Weisheit
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πρέπει να κάνω επανάληψη στα μαθηματικά
- ich muss in Mathematik noch einmal alles durchgehen