στο λεξικό PONS
τακτικ|ός [taktiˈkɔs], ταχτικ|ός [taxtiˈkɔs] <-ή, -ό> ΕΠΊΘ
1. τακτικός (με τάξη):
- τακτικός
- geregelt
2. τακτικός (ακριβής, ευσυνείδητος):
- τακτικός
- ordentlich
3. τακτικός (σταθερά επαναλαμβανόμενος):
- τακτικός
- regelmäßig
4. τακτικός (μέλος, καθηγητής):
- τακτικός
- ordentlich
5. τακτικός ΜΑΘ:
- τακτικός αριθμός
- Ordnungszahl θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τακτικός πελάτης
- Stammkunde αρσ (Stammkundin) θηλ
- τακτικός αριθμός
- Ordnungszahl θηλ