στο λεξικό PONS
I. ορφαν|ός <-ή, -ό> [ɔrfaˈnɔs] ΕΠΊΘ
- ορφανός
- verwaist
- μένω ορφανός
- Waise werden
II. ορφαν|ός <-ή, -ό> [ɔrfaˈnɔs] SUBST αρσ/θηλ
- ορφανός
- Waisenkind ουδ
- ορφανός
- Waise θηλ
- ορφανός ενός γονέα
- Halbwaise θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μένω ορφανός
- Waise werden
- ορφανός ενός γονέα
- Halbwaise θηλ