στο λεξικό PONS
φανέλα [faˈnɛla] SUBST θηλ
1. φανέλα (είδος υφάσματος):
- φανέλα
- Flanell αρσ
2. φανέλα (εσώρουχο):
- φανέλα
- Unterhemd ουδ
3. φανέλα ΑΘΛ:
- φανέλα
- Trikot ουδ
- φανέλα ομάδας
- Mannschaftstrikot ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φανέλα ομάδας
- Mannschaftstrikot ουδ