στο λεξικό PONS
υπαινί|σσομαι <-χτηκα> [ipɛˈnisɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
- υπαινίσσομαι κάτι
- auf etw αιτ anspielen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υπαινίσσομαι κάτι
- auf etw αιτ anspielen
Αναζήτηση στο λεξικό
- ΥΠ.Ε.Π.Θ.
- υπάγομαι
- υπαγόρευση
- υπαγορεύω
- υπαγωγή
- υπαινίσσομαι
- υπαισθησία
- υπαίτιος
- υπαιτιότητα
- υπακοή
- υπάκουος