στο λεξικό PONS
χορηγ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [xɔriˈɣɔ] VERB μεταβ
- χορηγώ
- gewähren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χορηγώ δάνειο σε κάποιον
- jdm ein Darlehen gewähren
- χορηγώ/δίνω έγκριση
- eine Genehmigung erteilen