στο λεξικό PONS
μοιραί|ος <-α, -ο> [miˈrɛɔs] ΕΠΊΘ
1. μοιραίος (της μοίρας):
- μοιραίος
- Schicksals-, schicksalhaft
2. μοιραίος (καταστροφικός: συνέπειες κτλ):
- μοιραίος
- fatal, verhängnisvoll
- μοιραίο λάθος
- fataler Fehler αρσ
- μοιραία γυναίκα
- Femme fatale θηλ
- μοιραία καλλονή
- fatale Schönheit θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.