στο λεξικό PONS
I. γελ|ώ <-άς, -ασα, -άστηκα, -ασμένος> [jɛˈlɔ] VERB αμετάβ
- γελώ με
- lachen über +αιτ
- γελούσε μ' αυτά που άκουγε
- er lachte über das, was er hörte
- γελούσε με τον αδερφό σου
- er lachte über deinen Bruder
- αυτή η θεία σου γελάει σαν κότα
- also deine Tante gackert wie ein Huhn
- γελώ ξεκαρδιστικά
- schallend lachen
- γελώ κατάμουτρα σε κάποιον
- jdm ins Gesicht lachen
- γελώ κάτω από τα μουστάκια μου
- sich ins Fäustchen lachen
- γελώ μέχρι δακρύων
- Tränen lachen
- κρατιέμαι να μη γελάσω
- sein Lachen unterdrücken
- τα κορίτσια όλη την ώρα ψιθύριζαν και γελούσαν μεταξύ τους (κρυφογελούσαν νευρικά)
- die Mädchen waren die ganze Zeit am Flüstern und am Kichern
- θα γελάν και οι κότες
- da lachen ja die Hühner
- γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος παροιμ
- wer zuletzt lacht, lacht am besten
- μου γελάει η τύχη
- das Glück ist mir gewogen
II. γελ|ώ <-άς, -ασα, -άστηκα, -ασμένος> [jɛˈlɔ] VERB μεταβ (ξεγελώ)
- γελώ
- hereinlegen
- 160 ευρώ πλήρωσες; – σε γέλασαν
- du hast 160 Euro bezahlt? – man hat dich hereingelegt
- εμένα δε με γελάει κανείς
- mich legt niemand herein
- πόσο στοίχιζε; - θα σε γελάσω, κάνα δυο χιλιάδες νομίζω
- wie teuer war es? - ich weiß nicht mehr genau, so zweitausend, glaub ich
III. γελιέμαι VERB αυτοπ ρήμα
- γελιέμαι
- sich täuschen
- ας μη γελιόμαστε
- machen wir uns nichts vor
- γελάστηκα μαζί του
- ich habe mich in ihm getäuscht
- αν δε γελιέμαι σ' έχω ξαναδεί
- wenn ich mich nicht täusche, hab ich dich schon einmal irgendwo gesehen
- αν νομίζεις ότι θα σε ξαναβοηθήσω είσαι γελασμένος!
- du täuschst dich, wenn du glaubst, dass ich dir noch einmal helfe!
γελώ VERB
- ας γελάσω!
- dass ich nicht lache!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γελώ ξεκαρδιστικά
- schallend lachen
- γελώ κατάμουτρα σε κάποιον
- jdm ins Gesicht lachen
- γελώ μέχρι δακρύων
- Tränen lachen
- γελώ κάτω από τα μουστάκια μου
- sich ins Fäustchen lachen