στο λεξικό PONS
ταύρος [ˈtavrɔs] SUBST αρσ
1. ταύρος ΖΩΟΛ:
- ταύρος
- Stier αρσ
- πιάνω τον ταύρο από τα κέρατα
- den Stier bei den Hörnern packen
2. ταύρος ΑΣΤΡΟΝ:
- Ταύρος
- Stier αρσ
ταύρος SUBST
- σαν ταύρος σε υαλοπωλείο
- wie ein Elefant im Porzellanladen
Ταύρος [ˈtavrɔs] SUBST αρσ ΑΣΤΡΟΝ
- Ταύρος
- Stier αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- Ταύρος
- Stier αρσ